Meaning of ασίκης | Babel Free
/aˈsi.cis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
λεβέντης, μάγκας vulgar
Παραδείγματα
“※ Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.