αρμονίστας
Ορισμοί
μουσικός που ειδικεύεται στο παίξιμο αρμονίου, συνθέτοντας ή εκτελώντας μελωδίες και συγχορδίες, είτε στα πλαίσια ορχήστρας είτε ως σολίστας
Ισοδύναμα
22 more languages
Catalàorganista
Češtinavarhaník
Ελληνικάοργανίστας
Esperantoorgenisto
Gaeilgeorgánaí
Հայերեներգեհոնահար
LëtzebuergeschUergelspiller
Portuguêsorganista
Svenskaorganist
Türkçeorgcu
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free