Meaning of Αρκτική | Babel Free
/aɾ.ktiˈci/Ορισμοί
η περιοχή του βόρειου πόλου της γης με το σύνολο των γαιών γύρω από τον Αρκτικό Ωκεανό (Σιβηρία, Λαπωνία, Καναδάς, Γροιλανδία)
Ισοδύναμα
English
Arctic
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.