HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρκτικόλεξο | Babel Free

Noun CEFR C1
/aɾ.ktiˈko.le.kso/

Ορισμοί

συντομευμένη μορφή ενός πολυλεκτικού όρου ή ονόματος (π.χ. επωνυμίας) που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα ή από ορισμένες συλλαβές του πλήρους όρου ή ονόματος και προφέρεται με διαδοχική απαγγελία των ονομάτων των γραμμάτων του

Ισοδύναμα

English initialism

Παραδείγματα

“Δ.Σ.: (δέλτα σίγμα)”
“Ι.Χ.: (γιώτα χι)”
“Φ.Π.Α.: (φι πι άλφα ή φι-πι-α)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρκτικόλεξο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course