HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρετή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/areˈti/

Ορισμοί

  1. η ηθική, η σωφροσύνη
  2. γυναικείο όνομα
  3. το χάρισμα, το ταλέντο, το επιθυμητό χαρακτηριστικό
  4. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αρετής)

Ισοδύναμα

English arête virtue

Παραδείγματα

“Στη ζωή του διάλεξε το δρόμο της αρετής.”

In his life he chose the path of virtue.

“πολιτική αρετή”

political integrity

“Η μεγαλύτερη αρετή της ήταν ότι δε μιλούσε πολύ.”

Her best character trait was that she spoke so little.

“※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρετή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course