Meaning of αρετή | Babel Free
/areˈti/Ορισμοί
- η ηθική, η σωφροσύνη
- γυναικείο όνομα
- το χάρισμα, το ταλέντο, το επιθυμητό χαρακτηριστικό
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αρετής)
Παραδείγματα
“Στη ζωή του διάλεξε το δρόμο της αρετής.”
In his life he chose the path of virtue.
“πολιτική αρετή”
political integrity
“Η μεγαλύτερη αρετή της ήταν ότι δε μιλούσε πολύ.”
Her best character trait was that she spoke so little.
“※ Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.