Meaning of απύλωτος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει πύλη
- που φλυαρεί συνεχώς για να κακολογήσει ή που βωμολοχεί συνεχώς
Παραδείγματα
“έχει απύλωτο στόμα”
he has a loose tongue
“Aυτός έχει απύλωτο στόμα”
“Εβρισε ο απύλωτος,”
“όπως συνήθως, πάλι,”
“αλλά ετούτη τη φορά”
“...«με γειά του» και «χαλάλι»,”
“αφού είναι αποκριές”
“κι έχουμε καρναβάλι!”
“(Εφημερίδα Ριζοσπάστης, Μασκαραλίκια, 24/2/2000 https://www.rizospastis.gr/story.do?id=142755)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.