Meaning of απόφυση | Babel Free
/aˈpo.fi.si/Ορισμοί
οποιαδήποτε προεκβολή από το σώμα οποιουδήποτε ζώου, π.χ. άκρα, ουρά, κεραίες κ.λπ. φυσιολογικό, μη ανώμαλο εξόγκωμα οστού ή οργάνου του σώματος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“σκωληκοειδής απόφυση”
appendix outgrowth
“σκωληκοειδής απόφυση, στυλοειδής απόφυση της ωλένης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.