Meaning of αποφώλιο | Babel Free
/a.poˈfo.li.o/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αποφώλιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αποφώλιος
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.