HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απόδημος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈpo.ði.mos/

Ορισμοί

που ζει μακριά από την πατρίδα του/της

Παραδείγματα

“※ Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απόδημος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course