απλώστρα
Ορισμοί
ειδική κατασκευή για το άπλωμα (συνήθως πλυμένων ρούχων)
Ισοδύναμα
19 more languages
Catalàestenedor
Ελληνικάάπλωμα
Gaeilgelíne éadaigh
עבריתחבל
हिन्दीअरगनी
Magyarszárítókötél
Italianolinea di vestiti
ქართულისამკერვალო
한국어빨랫줄
Русскийбельева́я верёвка
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free