Meaning of απάρτιο | Babel Free
Ορισμοί
-
μέρος από συνολικό εξοπλισμό, εξάρτημα rare
-
στον πληθυντικό, τα απάρτια: dated, general, rare
-
αποσκευές, διάφορα σκεύη ή χρήσιμα αντικείμενα dated, general, rare
-
τα απαραίτητα πράγματα για τη διεξαγωγή του πολέμου· και πολεμικά απάρτια dated, especially, rare
Παραδείγματα
“※ Τουρκία-Ακούγιου: Η Ρωσία παρέδωσε κρίσιμο απάρτιο για τον πυρηνικό σταθμό (defence-point.gr, 30/07/2019 https://web.archive.org/web/20210624210857/https://www.defence-point.gr/news/akoygioy-i-rosia-paredose-krisimo-apartio-gia-ton-toyrkiko-pyriniko-stathmo)”
“※ Σε αυτή τη στολή –ως απάρτιο- προβλεπόταν και ο τελετουργικός –πλέον- τελαμώνας με φυσιγγιοθήκη,χαρακτηριστικό επίσης όλων των έφιππων τμημάτων (sath.army.gr, ανάκτηση 21/6/2021 https://web.archive.org/web/20210624204223/https://sath.army.gr/el/istoria-telamonas-me-fysiggiothiki)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.