HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απάρτιο | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. μέρος από συνολικό εξοπλισμό, εξάρτημα
    rare
  2. στον πληθυντικό, τα απάρτια:
    dated, general, rare
  3. αποσκευές, διάφορα σκεύη ή χρήσιμα αντικείμενα
    dated, general, rare
  4. τα απαραίτητα πράγματα για τη διεξαγωγή του πολέμου· και πολεμικά απάρτια
    dated, especially, rare

Παραδείγματα

“※ Τουρκία-Ακούγιου: Η Ρωσία παρέδωσε κρίσιμο απάρτιο για τον πυρηνικό σταθμό (defence-point.gr, 30/07/2019 https://web.archive.org/web/20210624210857/https://www.defence-point.gr/news/akoygioy-i-rosia-paredose-krisimo-apartio-gia-ton-toyrkiko-pyriniko-stathmo)”
“※ Σε αυτή τη στολή –ως απάρτιο- προβλεπόταν και ο τελετουργικός –πλέον- τελαμώνας με φυσιγγιοθήκη,χαρακτηριστικό επίσης όλων των έφιππων τμημάτων (sath.army.gr, ανάκτηση 21/6/2021 https://web.archive.org/web/20210624204223/https://sath.army.gr/el/istoria-telamonas-me-fysiggiothiki)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απάρτιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course