αξιώματα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίωμα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ανέλαβε σημαντικά αξιώματα στην τοπική αυτοδιοίκηση.”
He took on important offices in the local government.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free