HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανώμαλο

Επίθετο αρσενικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του ανώμαλος
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανώμαλος
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Ο δρόμος ήταν ανώμαλο και γεμάτο λακκούβες.”

The road was uneven and full of potholes.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανώμαλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free