HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αντηλιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/an.diˈʎa/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντήλιο
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. το φως του ήλιου που έχει υποστεί ανάκλαση σε κάποια επιφάνεια
  3. το μέρος, ο χώρος που έχει φως από αντανάκλαση
    broadly

Παραδείγματα

“※ Σήκωσε το βλέμμα στην αντηλιά, φόρεσε τα σκούρα του γυαλιά και προχώρησε μέσα στο σπίτι. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αντηλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course