Meaning of αντηλιά | Babel Free
/an.diˈʎa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντήλιο accusative, nominative, plural, vocative
- το φως του ήλιου που έχει υποστεί ανάκλαση σε κάποια επιφάνεια
-
το μέρος, ο χώρος που έχει φως από αντανάκλαση broadly
Παραδείγματα
“※ Σήκωσε το βλέμμα στην αντηλιά, φόρεσε τα σκούρα του γυαλιά και προχώρησε μέσα στο σπίτι. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.