HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανεργία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
a.neɾˈʝi.a

Ορισμοί

  1. η κατάσταση του ανέργου, του ανθρώπου που επιθυμεί να εργαστεί, αλλά δε βρίσκει δουλειά
  2. η κατάσταση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα άτομα που ψάχνουν απασχόληση από τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας

Ισοδύναμα

9 more languages
Ελληνικάαναδουλειά
ქართულიუმუშევრობა
한국어실직
Latviešubezdarbs
Türkçeişsizlik

Παραδείγματα

“επίδομα ανεργίας”

unemployment benefit

“※ Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)”
“αναμένεται να αυξηθεί και φέτος το ποσοστό ανεργίας”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανεργία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free