HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναδουλειά | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.na.ðuˈʎa/

Ορισμοί

η έλλειψη δουλειάς, κυρίως για έναν επαγγελματία ή ένα κατάστημα

Παραδείγματα

“※ «Αναδουλειές» στο αρχαιότερο επάγγελμα. Κρίση πλήττει τη βιομηχανία του σεξ στην Τσεχία (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 10 Δεκεμβρίου 2008)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναδουλειά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course