ανεπαρκώς
Ορισμοί
μη επαρκώς, όχι ικανοποιητικά, όχι αρκετά
Ισοδύναμα
15 more languages
Παραδείγματα
“Έχτισε το σπίτι ανεπαρκώς και έπεσε το ταβάνι.”
He built the house inadequately and the roof fell in.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free