ανάρτηση
Ορισμοί
- το να αναρτά κάποιος κάτι
-
η δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης σε κατάλληλο χώρο figuratively
- σύστημα των μηχανοκίνητων τροχοφόρων οχημάτων που εξυπηρετεί την απόσβεση των κραδασμών και συνδέει ελαστικά το αμάξωμα με τους άξονες των τροχών, ελέγχοντας την πρόσφυση στην κίνηση
- δημοσίευση άρθρου, γνώμης, κλπ. στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κλπ.)
Ισοδύναμα
8 more languages
العربيةتعطيل
Bosanskipost
Ελληνικάανακλητικός
Hrvatskipost
Italianosospensione
Kurdîpost
Polskizawieszenie
Српскиpost
Παραδείγματα
“Η ανάρτηση της φωτογραφίας έγινε viral μέσα σε ώρες.”
The posting of the photo went viral within hours.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free