Meaning of αναβάτης | Babel Free
/a.naˈva.tis/Ορισμοί
- αυτός που ανεβαίνει ή αυτός που έχει ανέβει κάπου
- αυτός που καβαλικεύει άλογο, που ιππεύει
Παραδείγματα
“αναβάτες των Άλπεων”
Alpine mountaineers
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.