HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανάνηψη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η ανάκτηση των αισθήσεων μετά από μια χειρουργική επέμβαση στην οποία ο ασθενής υποβλήθηκε σε νάρκωση
  2. η επιστροφή κάποιου σε πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο ο οποίος θεωρείται επισήμως αποδεκτός ή από τον οποίο είχε αποχωρήσει

Ισοδύναμα

13 more languages

Παραδείγματα

“Ο ασθενής μεταφέρθηκε στην ανάνηψη μετά το χειρουργείο.”

The patient was moved to recovery after the surgery.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανάνηψη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free