αμφιδέτης
Ορισμοί
- ιμάντας ή ζώνη που εφαρμόζεται γύρω από τον λαιμό ζώου, ώστε να επιτρέπει τον έλεγχο ή τη συγκράτησή του χωρίς μόνιμη πρόσδεση
- ενδιάμεσο συνδετικό τεμάχιο —από ξύλο, μέταλλο ή άλλο υλικό— που ενώνει σταθερά δύο ξεχωριστά μέρη, δεσμεύοντάς τα συμμετρικά και από τις δύο πλευρές
- μεταλλικός περιστρεφόμενος σύνδεσμος με διπλή απόληξη σε αλυσίδες ή άγκιστρα, που παρεμβάλλεται στις αλυσίδες αγκυρών, για να αποτρέπει τη συστροφή τους
- επιμήκης χαλύβδινη πλάκα που προσαρμόζεται εκατέρωθεν του αρμού δύο σιδηροτροχιών, εξασφαλίζοντας τη μηχανική τους συνοχή και την ομαλή κύλιση των τροχών
Παραδείγματα
“※ Οι συνδέσεις μεταξύ σιδηροτροχιών είναι οι αμφιδέτες (Εικ.2.6), οι οποίοι είναι ελάσματα με 4 ή 6 οπές και τοποθετούνται στον κορμό της σιδηροτροχιάς και από τις δύο πλευρές. Δένονται με βλήτρα (μπουλόνια) εγκάρσια της σιδηροτροχιάς και συγκρατούν τα δύο άκρα των σιδηροτροχιών. […] Για να επιτευχθεί η σκυρόστρωση πρέπει να γίνει προσωρινή αμφίδεση της γραμμής με αμφιδέτες και ειδικούς σφιγκτήρες, που θα επιτρέπουν στα μηχανήματα γραμμής να εργάζονται ελεύθερα. Οι αμφιδέτες χρησιμοποιούνται για τη σύνδεση των σιδηροτροχιών μεταξύ τους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free