αμφεταμίνη
Ορισμοί
: φάρμακο που επιταχύνει προσωρινά την λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και χρησιμοποιείται στην θεραπεία διάφορων παθήσεων όπως η κατάθλιψη
Ισοδύναμα
18 more languages
Bosanskifeta
Češtinaamfetamin
DeutschAmphetamin
עבריתאמפטמין
Hrvatskifeta
Bahasa Indonesiaamfetamina
Italianoanfetamina
日本語アンフェタミン
한국어암페타민
Portuguêsanfetamina
Српскиfeta
Tiếng Việthồng phiến
中文安非他命
繁體中文安非他命
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free