Meaning of αμοιβάδα | Babel Free
/a.miˈva.ða/Ορισμοί
- μονοκύτταρος οργανισμός, της τάξης των αμοιβαδοειδών, που κινείται με ριζοειδείς ή δακτυλοειδείς προεκβολές (ψευδοπόδια)
- νόσος που προκαλείται στα έντερα, όταν εισέλθουν στον οργανισμό αμοιβάδες
Ισοδύναμα
English
Amoeba
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.