HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αμανάτι | Babel Free

Noun CEFR B1
/a.maˈna.ti/

Ορισμοί

  1. παρακαταθήκη
    dated
  2. ενέχυρο, υποθήκη
    dated
  3. για κάτι μάλλον ανεπιθύμητο που εγκαταλείφθηκε στην εποπτεία άλλων
    familiar
  4. για κάποιον που έμεινε μόνος του
    familiar

Παραδείγματα

“Ο συγκάτοικός μου πήρε των ομματιών του και μου έμειναν αμανάτι τα βρωμοκατσαρολικά του.”
“Εμένα μ' αφήσαν αμανάτι εδωπέρα κι αυτοί πήγανε εκδρομή.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αμανάτι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course