Meaning of αμανάτι | Babel Free
/a.maˈna.ti/Ορισμοί
-
παρακαταθήκη dated
-
ενέχυρο, υποθήκη dated
-
για κάτι μάλλον ανεπιθύμητο που εγκαταλείφθηκε στην εποπτεία άλλων familiar
-
για κάποιον που έμεινε μόνος του familiar
Παραδείγματα
“Ο συγκάτοικός μου πήρε των ομματιών του και μου έμειναν αμανάτι τα βρωμοκατσαρολικά του.”
“Εμένα μ' αφήσαν αμανάτι εδωπέρα κι αυτοί πήγανε εκδρομή.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.