HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αμίσθωτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεν έχει μισθωθεί
  2. άμισθος
    dated

Παραδείγματα

“Ιδέ τόν στρατιώτην αυτόν, ό οποίος κατ' αρχάς έτρεχεν αυτόματος, αμίσθωτος είς τό πεδίον τής μάχης και αντετάττετο πλήρης ενθουσιασμού και αφοβίας είς τάς πολυπληθείς φάλαγγας τών εχθρών (Αναστάσιος Πολυζωίδης)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αμίσθωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course