HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλτήρας | Babel Free

Noun masculine CEFR B1

Ορισμοί

  1. όργανο εκγύμνασης αποτελούμενο από δύο βάρη που συνδέονται με μια μεταλλική ράβδο
  2. όργανο που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές στην αρχαία Ελλάδα, προκειμένου να αντεπεξέλθουν καλύτερα σε επιχειρούμενο άλμα

Ισοδύναμα

English dumbbell

Παραδείγματα

“Οι αλτήρες ήταν λίθινα ή μολύβδινα βάρη που χρησιμοποιούσαν οι άλτες κατά την εκτέλεση του αγωνίσματος, για να δώσουν μεγαλύτερη ώθηση στο σώμα τους. Με αυτούς, όμως, εξασκούσαν επίσης τα χέρια και τα δάκτυλά τους (αλτηροβολία). (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλτήρας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course