Meaning of αλμυρίκι | Babel Free
Ορισμοί
δέντρο ή θάμνος (Ταμαρίς, Tamarix) αυτοφυές παραθαλάσσιων περιοχών, ανθεκτικό σε αλατούχα εδάφη
Παραδείγματα
“※ Δεν είχε πολλά λουλούδια, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, υπήρχε όμως μια τεράστια μαβιά μπουκαμβίλια, ένα γέρικο αλμυρίκι και μια άγρια κορομηλιά. (Μαριάννα Τσαντίλη, Σαν ψίθυρος στην έρημο, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.