HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αλκάλιο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
alˈkalio

Ορισμοί

  1. καθένα από τα στοιχεία λίθιο (Li), νάτριο (Na), κάλιο (K), ρουβίδιο (Rb), καίσιο (Cs) και φράγκιο (Fr) που ανήκουν στην πρώτη ομάδα του περιοδικού πίνακα
  2. χημική διαλυτή βάση, ή ένα διάλυμα βάσης.

Ισοδύναμα

Afrikaans alkali alkalimetaal
العربية قلوي
Беларуская луг
Български осно́ва
Català àlcali
Ελληνικά αλκαλιμέταλλο
Esperanto alkala metalo alkalo
Español álcali
Eesti leelismetall
فارسی شخار قلیا
Gaeilge alcaile
Magyar alkáli lúg
Bahasa Indonesia alkali
Italiano alcali base
ქართული ტუტე
Қазақ тілі сілті
Bahasa Melayu alkali
Nederlands alkali alkalimetaal
Português álcali
Српски lug луг основа
తెలుగు క్షారము
ไทย ด่าง
Türkçe alkali
Українська луг
Tiếng Việt kiếm kim loại kiềm
中文 鹼金屬
繁體中文 鹼金屬

Παραδείγματα

“Η σόδα και η ποτάσα είναι αλκάλια.”

Soda and potash are alkalis.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αλκάλιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free