Meaning of αλάνα | Babel Free
/aˈlana/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί
-
θηλυκό του αλάνης vulgar
Παραδείγματα
“Τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο στην αλάνα.”
The children play football in the vacant lot.
“Έχουν μαζευτεί όλες οι αλάνες της γειτονιάς και κάνουν θόρυβο.”
All the louts of the neighbourhood have gathered and are making noise.
“※ Έξω στις αλάνες παίζαμε με τα γειτονόπουλα την τυφλόμυγα, τη μακριά γαϊδούρα, το κουτσό ή τα πεντόβολα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.