Meaning of ακρατής | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν είναι συγκρατημένος, δεν συγκρατιέται
-
γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκρατος feminine, genitive, singular
- ακόλαστος, άσωτος, έκλυτος
- αδύναμος, που δεν υπερισχύει
- που έχει ακράτεια
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.