HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ακρίδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
aˈkɾi.ða

Ορισμοί

  1. είδος κίτρινου ή πράσινου χορτοφάγου εντόμου με μεγάλα πίσω πόδια που του επιτρέπουν να πηδάει σε μεγάλη απόσταση
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

Μια ακρίδα πήδηξε πάνω στο φύλλο.”

A grasshopper jumped onto the leaf.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ακρίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free