Meaning of αιώρα | Babel Free
/eˈo.ɾa/Ορισμοί
- πολυτονική γραφή του αιώρα
- γυναικείο όνομα
- πανί ή δίχτυ που χρησιμεύει ως αιωρούμενο κρεβάτι, καθώς δένεται σε δύο σταθερά σημεία έτσι ώστε να μπορεί να κουνιέται ανάμεσα σ' αυτά
Ισοδύναμα
English
hammock
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.