Meaning of αηδιάζω | Babel Free
/a.i.ði.ˈa.zo/Ορισμοί
- νιώθω αηδία
- προκαλώ αηδία σε άλλον
Ισοδύναμα
English
disgust
Παραδείγματα
“Μ’ αηδιάζει η μυρωδιά του τόνου.”
The smell of tuna disgusts me.
“Αυτή η γυναίκα με αηδιάζει.”
That woman sickens me.
“Αηδιάσαμε από το θέαμα.”
We were disgusted by the sight.
“Είναι ν’ αηδιάζει κανείς.”
It's enough to make anyone sick.
“αηδίασα από το θέαμα της στοίβας σκουπιδιών στο δρόμο”
“αηδίασε τον κόσμο ο πολιτικός με την λαϊκιστική ρητορική του”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.