HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αηδιάζω — definition

Conjugation of αηδιάζω

Regular CEFR C2
a.i.ði.ˈa.zo

προκαλώ αηδία σε άλλον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αηδιάζω
εσύ αηδιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αηδιάζει
εμείς αηδιάζουμε
εσείς αηδιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αηδιάζουν
Παρατατικός
εγώ αηδίαζα
εσύ αηδίαζες
αυτός / αυτή / αυτό αηδίαζε
εμείς αηδιάζαμε
εσείς αηδιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αηδίαζαν
Αόριστος
εγώ αηδίασα
εσύ αηδίασες
αυτός / αυτή / αυτό αηδίασε
εμείς αηδιάσαμε
εσείς αηδιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αηδίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αηδιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αηδιάσω
εσύ αηδιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αηδιάσει
εμείς αηδιάσουμε
εσείς αηδιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αηδιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αηδίαζε
εσείς αηδιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αηδίασε
εσείς αηδιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αηδιάσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary