αερόσακος
Ορισμοί
σύστημα παθητικής ασφάλειας που αποτελείται από σάκος ο οποίος φουσκώνει σε χιλιοστά του δευτερολέπτου όταν συμβεί σύγκρουση, προστατεύοντας τους επιβαίνοντες
Ισοδύναμα
EnglishAirbag
25 more languages
Afrikaanslugsak
العربيةوِسَادَة هَوَائِيَّة
Catalàcoixí de seguretat
Češtinaairbag
Ελληνικάαερασκός
فارسیکیسه هوا
Magyarlégzsák
Bahasa Indonesiakantung udara
Íslenskaloftpúði
日本語エアバッグ
ქართულიაირბალიში
한국어에어백
Polskipoduszka powietrzna
Românăpernă de aer
ไทยถุงลมนิรภัย
Türkçehava yastığı
Tiếng Việttúi khí
中文氣囊
Παραδείγματα
“μετά τη σύγκρουση όλοι βγήκαν σώοι, χάρη στη ζώνη ασφαλείας και τους αερόσακους που άνοιξαν”
“※ 40 ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται από την ημέρα που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ο αερόσακος σε μοντέλο παραγωγής. Συγκεκριμένα, ήταν Δεκέμβριος του 1980 όταν η Mercedes-Benz προσέφερε στην πρώτη γενιά της S-Class αερόσακους και προεντατήρες ζωνών ασφαλείας. (gocar.gr, 02/12/2020 https://www.gocar.gr/news/feed/34048,40_xronia_apo_ton_prwto_aerosako_Poios_t.html)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free