HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αερόσακος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/aeˈɾosakos/

Ορισμοί

σύστημα παθητικής ασφάλειας που αποτελείται από σάκος ο οποίος φουσκώνει σε χιλιοστά του δευτερολέπτου όταν συμβεί σύγκρουση, προστατεύοντας τους επιβαίνοντες

Ισοδύναμα

English Airbag

Παραδείγματα

“μετά τη σύγκρουση όλοι βγήκαν σώοι, χάρη στη ζώνη ασφαλείας και τους αερόσακους που άνοιξαν”
“※ 40 ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται από την ημέρα που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ο αερόσακος σε μοντέλο παραγωγής. Συγκεκριμένα, ήταν Δεκέμβριος του 1980 όταν η Mercedes-Benz προσέφερε στην πρώτη γενιά της S-Class αερόσακους και προεντατήρες ζωνών ασφαλείας. (gocar.gr, 02/12/2020 https://www.gocar.gr/news/feed/34048,40_xronia_apo_ton_prwto_aerosako_Poios_t.html)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αερόσακος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course