Σημασία του αδύναμες | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδύναμη
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι αδύναμες γέφυρες κατέρρευσαν στον σεισμό.”
The weak bridges collapsed in the earthquake.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free