HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αγύριστο

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγύριστος
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative
  2. αιτιατική ενικού του αγύριστος
    accusative, singular

Παραδείγματα

“Πήρε τον αγύριστο δρόμο και δεν ξαναγύρισε.”

He took the road of no return and never came back.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αγύριστο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free