HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγκινάρα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/aŋ.ɟiˈna.ɾa/

Ορισμοί

πολυετές φυτό (Cynara scolymus ή Cynara cardunculus) οικογένειας των Αστεροειδών (Asteraceae) με φαγώσιμο καρπό που περιβάλλεται από πολλά αγκαθωτά φύλλα. Πρόκειται για ιθαγενές φυτό της Αφρικής, που καλλιεργείται όμως σε πολλά μέρη του σύγχρονου κόσμου σε θέσεις προφυλαγμένες από το δυνατό ψύχος και εδάφη χωρίς πολλή υγρασία.

Ισοδύναμα

English Artichoke cardoon

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγκινάρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course