Σημασία του αγκινάρα | Babel Free
aŋ.ɟiˈna.ɾaΟρισμοί
πολυετές φυτό (Cynara scolymus ή Cynara cardunculus) οικογένειας των Αστεροειδών (Asteraceae) με φαγώσιμο καρπό που περιβάλλεται από πολλά αγκαθωτά φύλλα. Πρόκειται για ιθαγενές φυτό της Αφρικής, που καλλιεργείται όμως σε πολλά μέρη του σύγχρονου κόσμου σε θέσεις προφυλαγμένες από το δυνατό ψύχος και εδάφη χωρίς πολλή υγρασία.
Ισοδύναμα
Čeština
artyčok
Dansk
kardon
Deutsch
Artischocke
Cardy
Distel
Distel-Artischocke
Gemüse-Artischocke
Gemüseartischoke
Karde
Kardone
spanische Artischocke
wilde Artischocke
Kurdî
kenger
Română
cardon
Русский
кардо́н
Svenska
kronärtskocka
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free