Meaning of αγκάλη | Babel Free
/aŋˈɡa.li/Ορισμοί
- αγκαλιά
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
ζεστασιά, στοργή figuratively
-
μικρός κόλπος, ακτή ανάμεσα σε δύο γλώσσες στεριάς literary
Παραδείγματα
“H μητέρα έσφιξε το παιδί στη ζεστή αγκάλη της.”
The mother held the child in her warm embrace.
“μητρική αγκάλη”
parental embrace
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.