Meaning of αγενεσία | Babel Free
/a.ʝe.neˈsi.a/Ορισμοί
ιατρική ανωμαλία κατά την οποία ένα όργανο, ιστός ή μέλος του σώματος δεν αναπτύσσεται πλήρως ή απουσιάζει εκ γενετής
Ισοδύναμα
English
agenesis
Παραδείγματα
“※ Το πρώτο παιδί που είχε αποτυπωθεί από τον ιατροδικαστή αγενεσία φλεβόκομβου που είναι μια πολύ σπάνια πάθηση και οδήγησε το παιδί 7 μηνών να πεθάνει, ουσιαστικά θα τεθεί υπό διερεύνηση, υπάρχει σαν οντότητα επιστημονική. (www.ertnews.gr, 11.02.2022)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.