αβάσιμες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάσιμη
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι αβάσιμες κατηγορίες απορρίφθηκαν από το δικαστήριο.”
The unfounded accusations were dismissed by the court.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free