Meaning of αβάδιστος | Babel Free
/aˈva.ðis.tos/Ορισμοί
- που δεν έχει περπατήσει
- που δεν τον έχουν διαβεί ή δεν μπορούν να τον διαβούν
Παραδείγματα
“Όταν το τατουάζ σήμαινε το διαφορετικό, το άλλο, το ξένο και το άπιστο, ήταν ντροπή για τους άλλους, αποτελούσε βασανιστικό μικροέπαινο και αβάδιστο μονοπάτι για τον/τη δερματόστικτο/η. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.