έχιδνα
Ορισμοί
- κόρη του Ουρανού και της Γαίας (ή της Κητούς) με πρόσωπο όμορφης γυναίκας και το σώμα ερπετού· το τέρας που υπήρξε η μητέρα της Σφίγγας, της Χίμαιρας, του Κέρβερου και άλλων τεράτων της μυθολογίας
- ταξινομικός όρος - γένος: Echidna που ανήκει στην οικογένεια Ταχυγλωσσίδες
- είδος δηλητηριώδους φιδιού
-
επικίνδυνη γυναίκα, ύπουλη, πονηρή, φαρμακόγλωσση figuratively
- μέλος του γένους Έχιδνα (Echidna), ωοτόκο θηλαστικό της οικογένειας των Tαχυγλωσσιδών, που μοιάζει με τον σκαντζόχοιρο
Ισοδύναμα
28 more languages
Afrikaansmierystervark
Češtinaježura
Esperantoekidno
Suominokkasiili
Galegoequidna
Magyarhangyászsün
Հայերենեքիդնա
Bahasa Indonesianokdiak
Íslenskamjónefur
Italianoechidna
Қазақ тілітүрпі
Latinaechidna
Македонскиехидна
Nederlandsmierenegel
Portuguêsequidna
Românăechidna
Svenskamyrpiggsvin
ไทยอิคิดนา
Українськаєхидна
Tiếng Việtthú lông nhím
中文針鼴
繁體中文針鼴
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free