Meaning of ένεμα | Babel Free
Ορισμοί
- κλύσμα, υποκλυσμός
- μείγμα ουσιών που σε ρευστή μορφή εισάγεται σε προβληματική τοιχοποιία για ενίσχυση
Παραδείγματα
“※ Η τοιχοποιία του κελύφους του ασκηταριού παρουσιάζει μειωμένη συνοχή και αντοχή και χρήζει άμεσης επέμβασης. Για την αντιμετώπιση των όποιων δομικών και οικοδομικών προβλημάτων της φέρουσας τοιχοποιίας του μνημείου προτείνεται η διατήρηση, στερέωση και ενίσχυσή της με καθαρισμούς, αρμολογήματα και ενέματα. (Δήμητρα Βλαχάβα, Σοφία Φαραζούμη, «Ασκηταριό Αγίου Νικολάου στον Γάβρο Χασίων. Πρόταση αποκατάστασης», Τρικαλινά, 38 (2018) 244)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.