έμβασμα
Ορισμοί
η αποστολή ενός χρηματικού ποσού από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε έναν άλλο και σε διαφορετικές τράπεζες, συνήθως ως τρόπος πληρωμής μέσω τραπέζης.
Ισοδύναμα
15 more languages
Ελληνικάανάπεμψη
हिन्दीप्रेषण
Magyarátutalás
Italianorimessa
Nederlandsoverschrijving
Portuguêsremessa
Svenskaremittering
Tiếng Việtkiều hối
Παραδείγματα
“Πολλές οικογένειες συντηρούνται από τα εμβάσματα των ξενιτεμένων μελών τους.”
Many families are dependent on remittances from their emigrant members.
“(η συνηθέστερη σημασία) το χρηματικό ποσό που κάποιος μετανάστης στέλνει σε συγγενείς, -ή του στην πατρίδα του”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free