έγχυση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγχέω
- το να ρίχνει κάποιος υγρή ουσία σε δοχείο, αγγείο ή στον οργανισμό (με ενέση, για θεραπευτικούς σκοπούς)
- το υγρό που εγχέεται σε δοχείο, αγγείο ή στον οργανισμό
- η ενδοφλέβια ή υποδόρια ενστάλαξη μεγάλων ποσοτήτων υγρών σε ασθενή με ειδικές συσκευές, προκειμένου να δράσουν άμεσα και γρήγορα
Ισοδύναμα
10 more languages
Catalàperfusió
Češtinaprůtok
Ελληνικάαιμάτωση
Italianoperfusione
Latinaperfusio
Nederlandsperfusie
Portuguêsperfusão
Русскийопры́скивание
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free