Σημασία του έγχυση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγχέω
- το να ρίχνει κάποιος υγρή ουσία σε δοχείο, αγγείο ή στον οργανισμό (με ενέση, για θεραπευτικούς σκοπούς)
- το υγρό που εγχέεται σε δοχείο, αγγείο ή στον οργανισμό
- η ενδοφλέβια ή υποδόρια ενστάλαξη μεγάλων ποσοτήτων υγρών σε ασθενή με ειδικές συσκευές, προκειμένου να δράσουν άμεσα και γρήγορα
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free