Meaning of άχρονος | Babel Free
Ορισμοί
- αιώνιος, μεγάλης διάρκειας/ηλικίας
- πολύ παλιός
- αθάνατος, αγέραστος, άφθαρτος
- που αποτελεί σταθερή αξία, ιδανικό
- απροσδιόριστης ηλικίας, συνήθως για κάποιον/κάτι παλιό που μικροδείχνει ή παραμένει αναλλοίωτος,-ο στο χρόνο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.