Meaning of άτοκος | Babel Free
Ορισμοί
- που γίνεται χωρίς την επιβολή τόκων· που δεν πληρώνονται ή καταβάλλονται τόκοι για αυτόν
- που δεν έχει τεκνοποιήσει
Παραδείγματα
“άτοκος δανεισμός, άτοκος τραπεζικός λογαριασμός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.