άσχετες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσχετος
accusative, feminine, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Έκανε άσχετες ερωτήσεις που δεν είχαν σχέση με το θέμα.”
He asked irrelevant questions that had nothing to do with the topic.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free