Meaning of άστεγης | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστεγος feminine, genitive, singular
-
που δεν έχει στέγη formal
Παραδείγματα
“※ Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό μίας αγροικίας, η αυλή, στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με αγροικία του Α ή του Β τύπου, είναι βασικό συστατικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής της αγροικίας. Είναι εσωτερική, περιβαλλόμενη από δωμάτια που σχηματίζουν κλειστά σύνολα. Το δάπεδό της συνήθως διαμορφώνεται από πατημένο χώμα και μπορεί να είναι εντελώς αστεγής ή εν μέρει στεγασμένη. (Σταύρος Δημακόπουλος, Αγροικίες κλασικής και ελληνιστικής εποχής στην Αττική (διδακτoρική διατριβή), σελ. 230)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.